Το Έκτο Πάτωμα
Το θέατρο είναι μια θνησιγενής τέχνη. Δεν το λέω εγώ για πρώτη φορά αλλά έχει ειπωθεί από πολλούς και σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Η εμπειρία μιας παράστασης είναι ανάμεσα στον θεατή και τον ηθοποιό και αυτή πεθαίνει μόλις περάσεις από την πόρτα της εξόδου. Έπειτα μένει η ανάμνηση και κυρίως αυτό που σε έκανε να αισθανθείς μια παράσταση. Με δυσκολία μπορείς να μεταφέρεις την αίσθηση και να κρατήσεις την στιγμή όπως με μια ταινία, σειρά ή με ένα τραγούδι.
Κάποιες φορές όμως αυτό που συμβαίνει είναι μια παράσταση να είναι τόσο καλή ή να έχει τέτοιον αντίκτυπο στην ποπ κουλτούρα που μένει ιστορική, έπειτα παίρνει την έκταση του μύθου και επιβιώνει ως θρύλος ανάμεσα στο κοινό που μπορεί να γεννήθηκε πολύ αργότερα από την ημέρα που η παράσταση έκανε πρεμιέρα αλλά η φήμη της έχει εμποτίσει το κοινό που μεταφέρεται πλέον συλλογική μνήμη.
Το απόλυτο παράδειγμα σε αυτό είναι η θρυλική παράσταση της δεκαετίας του ’90, ‘Το Έκτο Πάτωμα‘. Στις αρχές του ’90, 1991-92, στο θέατρο ΠΕΡΟΚΕ ανέβηκε η παράσταση που μέχρι και σήμερα μιλάμε για αυτήν, που ήταν μια διασκευή από την Άννα Παναγιωτοπούλου και τον Πλάτωνα Μαυρομούστακο. Ακόμα και αν κάποιος δεν ξέρει την υπόθεση του έργου, ξέρει δυο πράγματα: τον θίασο αλλά και την μουσική της παράστασης.
Η μουσική ήταν του Σταμάτη Κραουνάκη με στίχους Λίνας Νικολακοπούλου και ο θίασος απλά η αφρόκρεμα του ελληνικού θεάτρου με Άννα Παναγιωτοπούλου, Χρήστο Βαλαβανίδη, Ελένη Γερασιμίδου, Νένα Μεντή, Κατιάνα Μπαλανίκα, Έρρικα Μπεγιέτη, Γιώργο Νινιό, Στέλιο μαίνα, Σοφία Ολυμπίου, Τάσο Χαλκιά, Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, Κώστα Μπάση, Πάνο Ρεντούμη και Βασίλη Λαζαρίδη.
Το έργο ήταν μια διασκευή στο πρωτότυπο ομώνυμο έργο του Ελβετού συγγραφέα Αλφρέντ Ζερί που ανέβηκε για πρώτη φορά το 1937.
Έχει μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες και έχει κάνει χιλιάδες παραστάσεις σ’ όλο τον κόσμο. Μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη το ’40 σε γαλλική παραγωγή αλλά και στην τηλεόραση στην Δυτική Γερμανία του 1954 και στην Ολλανδία του 1961.
Στην χώρα μας το πρωτοπαρουσίασε η Μαρίκα Κοτοπούλη το ’38 με αρκετές επαναλήψεις μέσα στα χρόνια με τελευταία της το ’52, όπου ήταν και η τελευταία της εμφάνιση λίγο πριν τον θάνατο της. Συμπρωταγωνιστής σε εκείνη την παράσταση ήταν ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο οποίος παρουσίασε το έργο ξανά την σεζόν 1964-’65 με τον τίτλο ‘Οι Κυρίες της Αυλής‘ όπου μεταφέρθηκε το 1966 στον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου με τον ίδιο τίτλο.
Η υπόθεση του έργου είναι διαχρονική και γι’ αυτό και παραμένει τόσο αγαπημένο. Βλέπουμε την ζωή των ενοίκων του έκτου πατώματος στο Παρίσι της δεκαετίας του ’30. Η καθημερινότητα γεμάτη με διαφωνίες, εντάσεις, έρωτες, συγκρούσεις, πάθη και παρεξηγήσεις. Τα όνειρα τους που έμειναν στα χαρτιά και εκείνα που ακόμα ποθούν να εκπληρώσουν, τα λάθη που τους όρισαν και εκείνα που παλεύουν να αποφύγουν. Απλές ιστορίες που αγγίζουν τον καθένας μας σε μεγάλο ή μικρό βαθμό.
Αυτό το έργο, ο Γιώργος Βαλάρης επέλεξε να το επαναφέρει στην σκηνή του θεάτρου Ακροπόλ, τριάντα χρόνια μετά. Είναι ο σκηνοθέτης αλλά και αυτός που υπογράφει την διασκευή σε ένα κείμενο με αρκετές αλλαγές αλλά που κρατά την ίδια αγάπη και προ πάντων τον σεβασμό σε αυτό που προηγήθηκε. Αυτό είναι ολοφάνερο αφού κατάφερε και εξασφάλισε τα δικαιώματα και χρησιμοποιεί την ιστορική μουσική των Κραουνάκη-Νικολακοπούλου.
Τραγούδια όπως ‘Τι ώρα είναι, τι μέρα είναι και ποιά χρονιά’, ‘Το Τραγούδι της Κουτσομπόλας’, ‘Η Κουπαστή’ υπάρχουν και προκαλούν ρίγη συγκίνησης στους θεατές που είδαν την παράσταση του τότε ή που μεγάλωσαν με την ελπίδα να ακούσουν αυτά τα τραγούδια ξανά.
Όμως ο Βαλάρης που έχει αγάπη προς το είδος στείρεται μιας δυναμικής σκηνοθετικής παρουσίας όπου οι ηθοποιοί συμβάλουν στο όραμα του παρά καθορίζουν με την παρουσία την έλλειψη κεντρικής γραμμής από τον σκηνοθέτη.
Μοιάζει λες και η μεγαλύτερη συμβολή του σκηνοθέτη είναι η συγκέντρωση και το ίδιο το ανέβασμα παρά κάποια πρόταση πάνω στο ίδιο το έργο. Μπορεί να αποτελεί λαικό θέαμα και η επιτυχία να είναι εγγυημένη αλλά αυτό συνάμα δεν αφαίρει από τον σκηνοθέτη να βάλει τις προσωπικές του πινελιές παρά να καταλήγει ως αυτός που χαράσσει την χωροταξία.
Ο θιασός αποτελείται από την Υρώ Μανέ, Κώστα Μακεδόνα, Ελένη Καστάνη, Δανάη Λουκάκη, Αρμάν Εδουάρδο Μενετιάν, Μαριαλένα Ροζάκη, Βασίλη Αθανασόπουλο, Δημήτρη Φραγκιόγλου, Ευαγγελία Μουμούρη, Δημήτρη Πιατά και την Μίρκα Παπακωνσταντίνου. Απ’ όλον τον θίασο αυτή που ξεχωρίζει και αποτελεί την παρουσία που το κοινό κρατά την ανάσα του όταν είναι επί σκηνής είναι η Μίκρα Παπακωνσταντίνου. Η ίδια ως η αφηγήτρια της ιστορίας και η ψυχή του έκτου πατώματος, έχει την ευκολία να μπαινοβγαίνει μέσα στις σκηνές και να αποτελεί το κλείσιμο του ματιού για τον θεατή.
Όμως η στιβαρή σκηνική της παρουσία αποδίδει ακόμα και όταν δεν μιλά και προκαλεί το γέλιο απλά με τις κινήσεις της σε συγκεκριμένα σημεία του έργου. Από την νέα γενιά αυτοί που αθόρυβα συγκινούν και ξεχωρίζουν είναι η Αρμάν Εδουάρδος Μενετιάν και η Μαριαλένα Ροζάκη. Συμπαθητικοί στους ρόλους τους με την Ροζάκη άρτια και στο ερμηνευτικό κομμάτι των τραγουδιών μένουν στο μυαλό σου μετά το πέρας της παράστασης.
Η Κυρία με τα Γκρι της Μουμούρη εξελίσσεται σε ένα σερί ευκολιών της ηθοποιού που πάντα εντυπωσιάζει με το ταμπεραμέντο της και την ευαισθησία της. Ίσως φταίει η διασκευή ως προς τον ρόλο της που δεν την αφήνει να αναπτύξει καλύτερα το ρόλο.
Η Υρώ Μανέ έχει καλές στιγμές αλλά χάνεται μες στον ταχύ-σήμα κατατεθέν της-λόγο ενώ η Έλενη Καστάνη μοιάζει να είναι από όλους εκείνη που λείπει ουσιαστικά από την σκηνή. Ενώ η ίδια έχει τον τρόπο κάθε της ατάκα να την στέλνει στο κόσμο και να κάνει γκελ, μοιάζει σαν να επαναπαύεται σε αυτό και να μην αφήνει περιθώρια όποιας εξέλιξης στην ερμηνεία της. Ο Κώστας Μακεδόνας μοιάζει σχεδόν λάθος επιλογή και η Δανάη Λουκάκη δεν καταφέρνει να σταθεί αντάξια του ρόλου της.
Τα σκηνικά ακολουθούν την πεπατημένη, αν και αρκετά λειτουργικά, κατά βάση να υπάρχουν ως φόντο στην πρόζα των ηθοποιών.
Προκείται για μια παράσταση που στοχεύει στην νοσταλγία που προκαλεί ο τίτλος της παράστασης παρά τον χρησιμοποιεί για να πάει παρακάτω τον μύθο. Φυσικά απευθυνέται σε ένα μεγάλο κοινό που ίσως δεν κολλήσει στις όποιες λεπτομέρειες και απολαύσει το θέαμα ως θέαμα και αυτό ίσως να είναι αρκετό. Ίσως πάλι και όχι.
Χρήστος Βασιλακόπουλος