Ο υπέροχος Γκάτσμπυ

Ο υπέροχος Γκάτσμπυ

Το κλασσικό μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ, «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ», παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε ελληνική θεατρική σκηνή, σε διασκευή του Σάιμον Λέβι και μετάφραση της Μαργαρίτας Δαλαμάγκα-Καλογήρου, στο θέατρο Αγγέλων Βήμα.

Γραμμένο το 1925, «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ» αποτελεί μια απ΄τις γνωστότερες ερωτικές ιστορίες.  Υπό τον ήχο της τζαζ, την γοητεία του νεοϋορκέζικου lifestyle των 20s, το Αμερικάνικο όνειρο και τον νεοπλουτισμό, συντίθεται ένα ηθογραφικό δράμα. Οι χαρακτήρες φιλόδοξοι και βυθισμένοι στον βίο τους, αριβίστες ή ιδεαλιστές, μπλέκονται στην φαντασία του Φιτζέραλντ.

Ο Νικ Κάραγουει, φτάνει στην Νέα Υόρκη, για να κυνηγήσει την επαγγελματική του επιτυχία και μένει δίπλα στον Τζέι Γκάτσμπυ. Ξαναβρίσκει την ξαδέρφη του Ντέζη και τον άντρα της Τομ. Σύντομα, διεισδύει στον κόσμο των πάρτυ και την δίψα της δόξας, βλέπει τις επιταγές της κοινωνικής ζωής απ΄τα μάτια του υπέροχου κύριου Γκάτσμπυ, που κάθε βράδυ αναζητούν μια συγκεκριμένη καλεσμένη.

Ακολουθεί την λάμψη και τα φώτα μέχρι να σβήσουν και να πάρουν στο σκοτάδι τους ένα κομμάτι της ζωής του. Ο κόσμος του Γκάτσμπυ είχε πάντα την γοητεία του μυστηρίου. Την αγωνία για το που ο μύθος συμπίπτει  με την αλήθεια. Ο Νικ, ήταν απ΄τους λίγους που μπόρεσε να δει την αλήθεια του και να τον γνωρίσει.

Έχοντας δει την ταινία, δυσκολευόμουν να οραματιστώ πως θα μπορούσε ποτέ μια παράσταση να μεταφέρει τόσο εύστοχα την ατμόσφαιρα των πάρτυ των 20s, τα φώτα και την λάμψη και έπειτα να τα καταβαραθρώσει. Γρήγορα ωστόσο, αποδέχτηκα πως η μεταφορά ενός έργου από μια μορφή τέχνης σε άλλη είναι μια καινούρια ανάγνωση που δεν πρέπει να μπει σε σύγκριση με τις προϋπάρχουσες.

Η σκηνογραφία δεν ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακή και είχε εστιάσει σε βασικά και πολυμορφικά αντικείμενα. Για τις ανάγκες του πολυτοπικού έργου ήταν μια πολύ λειτουργική επιλογή και τα εντυπωσιακά κουστούμια της Νόρα Πόντι έθεταν ένα χρονικό πλαίσιο και κάλυπταν την εποχή.

Σε γενικές γραμμές η σκηνοθεσία είχε την αισθητική των καθαρών σχημάτων και εστίαζε στην εικόνα και την δυναμική της. Η εκμετάλλευση των διαθέσιμων τεχνικών μέσων ήταν άρτια, υπήρχαν όμως αστοχίες στην διαχείριση της σκηνής.  Αντιλαμβάνομαι την ιδιομορφία του θεάτρου, ωστόσο δεν είναι ευχάριστο να βλέπεις τόσο συχνά τους ηθοποιούς να παίζουν πλάτη.

Η μεταφορά στην δεκαετία του 20 και η ανάπτυξη των ρόλων ήταν επιτυχής. Η παγίδα που έπρεπε να αποφευχθεί ήταν η διατήρηση της διαχρονικότητας των ιστοριών και των μηνυμάτων ανεξάρτητα με τις αναφορές, πράγμα που επίσης στέφθηκε με επιτυχία. Λιγότερη αφήγηση και περισσότερη δράση θα μπορούσε να ενδυναμώσει την παράσταση, αλλά σε τελική ανάλυση δεν ήταν σοβαρή αδυναμία αλλά προσωπική προτίμηση.

Στο σύνολο τους  οι συντελεστές είχαν καλή σκηνική παρουσία και έδιναν ένα ομοιόμορφο υποκριτικό αποτέλεσμα ομόρρυθμης συνεισφοράς και ενιαίου επιπέδου. Η Φωτεινή Τεντολούρη κατάφερε βέβαια να ξεχωρίσει δίνοντας όλη της την ενέργεια και το μπρίο στον χαρακτήρα της αλλά και στα κομμάτια της αφήγησης.

Ευχάριστη αφορμή για να βγεις απ΄το σπίτι και ευφάνταστη προσθήκη στις παραστάσεις του Σαββάτου ημίωρο open bar για να μπεις στην τζαζ ατμόσφαιρα.

Λένια Παλαιολόγου