Μπορεί σήμερα να θεωρούμε ότι όλα τα έχουμε δει, ότι τίποτα δεν μπορεί να μας εκπλήξει (ειδικά στην μυθοπλασία) αλλά αυτό τις προηγούμενες δεκαετίες δεν ίσχυε. Ήταν τα βιβλία, το θέατρο και τελευταίος προσθήκη ο κινηματογράφος που προκαλούσε και προσπαθούσε να πάει την σκέψη του ανθρώπου ένα βήμα παρακάτω. Είτε πάνω σε θέματα που δεν λύνονταν ποτέ, είτε σε ζητήματα της εκάστοτε εποχής που είχαν όμως έναν οικουμενικό χαρακτήρα. Κάποιες από αυτές τις ιστορίες έγιναν ορόσημα για την ποπ κουλτούρα. Όπως στην περίπτωση της θεατρικής παράστασης HAIR.
Στο θέατρο ΝΕΟ ΡΙΑΛΤΟ – ΑΛΕΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ ανεβαίνει ξανά το μιούζικαλ HAIR. Λέμε ξανά γιατί είχε παρουσιαστεί πριν από λίγα χρόνια με κάποιες διαφορές στο θίασο. Όπως οι περισσότεροι (αν όχι όλοι) ξέρουν, πρόκειται για ένα ροκ μιούζικαλ που ανέβηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στο Broadway. Σε κείμενα και στίχους των Gerome Ragni και James Rado και σε μουσική του Galt MacDermot.
Το έργο ήταν και είναι μια πολιτιστική έκφραση διαμαρτυρίας της αμερικανικής νεολαίας εναντίον του κατεστημένου, που είχε επιβάλει τη φρίκη του Πολέμου του Βιετναμ, την τραγωδία του ρατσισμού που οδήγησε σε αλλεπάλληλες εξεγέρσεις των μαύρων στις πόλεις της Αμερικής. Μια ζωή που τα παιδιά των λουλουδιών, οι χίπις, ήθελαν να αρνηθούν και να επιστρέψουν πίσω στην φύση.
Πενήντα-τρία χρόνια μετά, αν και δεν έχει αλλάξει τίποτα πάνω στα ζητήματα που καταγγέλλει το μιούζικαλ, πολλοί αντιμετωπίζουν τους χίπις ως μια ατραξιόν ή καλύτερα κάτι γραφικό και παρωχημένο. Μπορεί να ταρακούνησαν τον κόσμο και οι μετά-σεισμοί όλου αυτού ακόμα να επηρεάζουν αρκετούς ανά τον κόσμο αλλά κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί γιατί να ανέβει αυτή η παράσταση σήμερα.
Αρχικά, ας απαντήσουμε όσο πιο απλά γίνεται. Γιατί όχι;
Αν κάποιος παρακολουθήσει την παράσταση, θα δει ότι τίποτα δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει και μάλιστα σε κάποια ζητήματα η κοινωνία έχει γίνει στην βάση της πιο πουριτανική και προσπαθεί να επιβάλει ξανά τους όποιους κοινωνικούς περιορισμούς. Μπορεί την δεκαετία του ’60 το γυμνό επί σκηνής να σόκαρε την κοινή γνώμη και τώρα να είναι κάτι που προσφέρεται παντού ως θέαμα αλλά είναι η αγάπη προς το σώμα μας και η αποδοχή της κάθε ατέλειας του που βρίσκει συχνά πυκνά χώρο για δημόσια αντιπαράθεση. Μισό αιώνα πίσω η σεξουαλική απελευθέρωση και η αποδοχή της σεξουαλικότητας ήταν κυριολεκτικά ”αμαρτία” αλλά σήμερα δεν φαίνεται να έχουμε προχωρήσει τόσο. Όσο για τον πόλεμο, αυτό είναι ένα ζήτημα που δεν πρόκειται ποτέ να λυθεί.
Άρα τρεις βασικοί άξονες της παράστασης παραμένουν ως μεγάλα αγκάθια μέσα στην κοινωνία και έτσι κάνουν το μιούζικαλ διαχρονικό και απαραίτητο. Η βασική ερώτηση όμως είναι άλλη. Γιατί να δεις κάποιος ένα μιούζικαλ, ειδικά ένα ροκ μιούζικαλ;
Παραδοσιακά το κοινό στην Ελλάδα, δεν είναι υπέρ του μιούζικαλ. Του θεάματος είναι αλλά όχι του μιούζικαλ, του είδους αυτού καθαυτού. Ούτε οι ταινίες κάνουν πολλά εισιτήρια αλλά ούτε τα θεατρικά ανεβάσματα βρίσκουν την απόλυτη αποδοχή αν δεν έχουν τις ρίζες τους στον ελληνικό κινηματογράφο ή στην ζωή ενός μεγάλου δημιουργού της χώρας. Μπορεί όλο αυτό να είναι θέμα παιδείας και σιγά σιγά αυτό να αλλάζει τα τελευταία χρόνια αλλά παραμένει πρόβλημα. Αν δεν αγαπάς το τραγούδι, την ερμηνεία και την μουσική, δύσκολα μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει μια παράσταση που βασίζεται σε αυτά και πολλές φορές μπορεί το κείμενο να είναι ελάχιστο και απλά να ακούει το ένα τραγούδι μετά το άλλο.
Όμως θα έπρεπε. Πρέπει το κοινό να μάθει ότι ο καλλιτεχνικός χώρος στην Ελλάδα, έχει ταλέντα που μπορούν να τους συγκινήσουν μέσα από την ερμηνεία τους και την φωνή τους. Ότι πλέον η ατάκα ”έλα μωρέ αυτά μόνο στο Broadway’ δεν ισχύει πια και μπορεί κάποιος να το βιώσει στην θεατρική Αθήνα.
Γιατί έχουμε ταλέντα όπως ο Ίαν Στρατής, Ιάσονας Μανδηλάς και Νικόλας Ραπτάκης που είναι λάθος να μην τους γνωρίσεις για την τέχνης τους. Ο Στρατής και ο Ραπτάκης σε αφοπλίζουν με την έκταση της φωνής τους αλλά και την ερμηνεία τους πάνω απ’ όλα. Ενώ ο Ιάσονας Μανδηλάς, ίσως είναι το απόλυτο παράδειγμα για το ποιος πρέπει να έχει θέση και χώρο στην σκηνή για τα μιούζικαλ που ανεβαίνουν στην χώρας μας. Έχει τόσο την φωνή, σίγουρα την κίνηση αλλά και την ερμηνεία που τον κάνει να ξεχωρίζει.
Όλος ο θίασος αποτελείται από μονάδες που αξίζουν το δικό τους μερίδιο στους προβολείς της σκηνής ισάξια με όλους αλλά θα ήθελα επισημάνω ακόμα μια. Ο Πάνος Μαλικούρτης είναι το comic relief της παράστασης. Ο χαρακτήρας του μπορεί να έχει ίσως τις πιο αστείες ατάκες, εκείνες που θα κάνουν το κοινό να γελάει και να περιμένει να τον ακούσει, αλλά είναι η ικανότητα του να τις παράδιδει στον κατάλληλο χρόνο της κωμωδίας που κάνει την διαφορά.
Σίγουρα πολλοί θα αναρωτηθείτε για την παρουσία της Συνατσάκη. Η Μαίρη μπορεί να είχε μια άλλη αφετηρία αλλά η ίδια εξελίσσεται σε μια προσωπικότητα με ανησυχίες και με την περιέργεια να δοκιμαστεί σε ότι αυτή θέλει. Μπορεί για την παραγωγή η επιλογή της Συνατσάκη να αποτελεί το ”διάσημο” πρόσωπο που θα φέρει κόσμο στις θέσεις όμως όλο αυτό δεν είναι κούφιο και ένα πυροτέχνημα. Η Συνατσάκη μέσα από τις όποιες αδυναμίες της (εννοείται πως έχει) μπορεί να σε συγκινήσει για το πάθος της επί σκηνής και το πως η ίδια καταφέρνει και στέκεται με δύναμη και δεν αφήνει την σκηνή να την καταπίει.
Εννοείται η παράσταση διαθέτει την εμβληματική μουσική και τα τραγούδια που έχουν αφήσει εποχή. Η σκηνοθεσία είναι του Δημήτρη Μαλλισόβα και αν αγνοήσεις κάποια τεχνικά θέματα, η παράσταση αξίζει.
Αξίζει για εκείνους που κατανοούν το είδος, που το αγαπούν και το σέβονται. Γιατί το τι επιλέγουμε να δούμε, λέει πολλά για εμάς τους ίδιους ως θεατές. Δεν χρειάζεται να επιβάλλουμε στο εαυτό μας να γίνουμε θεατές σε τίποτα μόνο και μόνο για να το ακυρώσουμε, ειδικά αν ξέρουμε εξ αρχής ότι δεν ήταν ποτέ του γούστου μας.