Είδαμε: Τζόρνταν | Πάστα Φλώρα

 Η παράσταση Τζόρνταν, μονόλογος γραμμένος από τους Άνν Ρέϋνολντς και Μόιρα Μπουφίνι, παίζεται στο θέατρο Alhambra Art Theatre. Με τη μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη, ο Γιάννης Αϊβάζης σε σκηνοθετικό ρόλο και η Μαρία Κορινθίου, ως Σίρλεϋ Τζόουνς, έχουν την αποστολή να φέρουν εις πέρας μια αληθινή ιστορία.

 Έχοντας ακούσει ότι είναι μια πολύ συγκινητική παράσταση που αγγίζει μεγάλο μέρος του κοινού ωθώντας τους να κάνουν χρήση ενός –ή και παραπάνω- πακέτων χαρτομάντηλα, έκατσα και διάβασα το σενάριο. Ήθελα να βάλω στοίχημα με τον εαυτό μου, να μην στεναχωρηθώ –ούσα ευαίσθητη- ούτε να ταυτιστώ με την ηθοποιό, ώστε να με πάρουν τα ζουμιά. Άλλωστε δεν θα μου ήταν εύκολο να ταυτιστώ μιας και δεν έχω αποκτήσει ακόμα παιδιά. Έμαθα ακόμα και το τέλος του έργου. Έτσι πήγα έτοιμη να καταπολεμήσω το κύμα συναισθημάτων σαν ατρόμητος βράχος. Όμως ηττήθηκα.

Μπαίνοντας στον χώρο της παράστασης έμεινα εντυπωσιασμένη από την σκηνογραφική προσέγγιση της Μαρίας Φιλίππου. Η σκηνή είχε διαμορφωθεί από τα αριστερά σαν κελί φυλακής, με ένα τραπέζι, μια καρέκλα στην μέση, μία λάμπα στο ταβάνι και γύρω κάγκελα και στο υπόλοιπο χώρο της σκηνής υπήρχε ένα δωμάτιο. Στο δωμάτιο αυτό υπάρχει μια παιδική κούνια, ένας καθρέφτης, μια καρέκλα με τραπεζάκι, ταπετσαρία στους τοίχους και ένα μεγάλο παράθυρο.

Η Μαρία Κορινθίου, στον ρόλο της Σίρλεϋ Τζόουνς, ενσαρκώνει με καθηλωτικό τρόπο την ψυχοσύνθεση μιας παιδοκτόνου. Ο θεατρικός μονόλογος που έχει να φέρει εις πέρας είναι πολύ απαιτητικός. Κάθε βράδυ η Μαρία Κορινθίου καλείται να καταθέσει ένα μεγάλο μέρος της ψυχής της για να εκτελέσει αυτό το ρόλο. Το πιο δύσκολο κομμάτι του ρόλου αυτού είναι ότι αυτός ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει δεν είναι ένας θεατρικός, αλλά πραγματικός. Βλέπουμε πάνω στην σκηνή να ξετυλίγεται όλη η ζωή της Σίρλεϋ μέσω της αναπόλησης. Η ωμή περιγραφή κάποιων στιγμών της ζωής της μας προκαλούν τρόμο, λύπη και συμπόνια προς την ίδια.

Παρατηρώντας τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, με τον σύζυγο της να την χτυπάει και να την εγκαταλείπει και το τραγικό παρελθόν της, μας δημιουργείται ένα ερώτημα. Είναι η Σίρλεϋ ένοχη για τον φόνο του παιδιού της; Μπορεί τελικά η αγάπη να σκοτώσει;  Στην περίπτωση της Σίρλεϋ ναι. Οι καταστάσεις της ζωής την οδήγησαν στον θάνατο πιστεύοντας πως είναι ο μόνος δρόμος για την λύτρωση για αυτή και το παιδί της. Εκεί θα μπορούσε πλέον να ζήσει ελεύθερη, χωρίς τα δεσμά του φόβου, της φτώχιας και της ταπείνωσης.

Ο Γιάννης Αϊβάζης στον ρόλο του σκηνοθέτη παρουσιάζει στους θεατές όλα τα στάδια της ζωής της Σίρλεϋ, ώστε να γίνει ξεκάθαρο το πως και το γιατί. Η αφήγηση του παραμυθιού Ρουμπελστίνσκι, με αλλαγμένο βέβαια για τις ανάγκες της παράστασης, τέλος  χρησιμοποιείται κατά την γνώμη μου ως προοικονομία. Οι παρεμβολές του παραμυθιού, ειδικά σε στιγμές που η ιστορία βρισκόταν σε συναισθηματική φόρτιση, αύξανε την τραγικότητα. Μου δημιούργησε βέβαια και μια στεναχώρια, καθώς σκέφτηκα πως αυτό το παραμύθι θα μπορούσε να το λέει στον Τζόρνταν. Επιπλέον η χρήση παραμυθιού σε ένα τόσο σκοτεινό και λυπηρό έργο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κωμικοτραγική.

Η Μαρία Κορινθίου αναλαμβάνει έναν πολύ δύσκολο ρόλο και καταφέρνει όχι μόνο να μας μεταφέρει την Σίρλεϋ μπροστά στα μάτια μας αλλά και να νιώσει, η ίδια, Σίρλεϋ. Η αφοσίωση της στον ρόλο, μας κάνει να ταυτιζόμαστε και να γινόμαστε και οι ίδιοι οι θεατές, Σίρλεϋ. Να σκεφτούμε τι θα κάναμε και εμείς αν βρισκόμασταν στην θέση της. Είναι πολύ δύσκολο να το πετύχει αυτό ένας ηθοποιός και η Μαρία Κορινθίου το πέτυχε απόλυτα.

Ντυμένη στα μαύρα, σαν μια σύγχρονη Μήδεια, μας εισάγει σιγά σιγά στο δράμα που έχει ζήσει. Άλλωτε με σιγανή φωνή, άλλωτε ουρλιάζοντας γεμάτη πόνο και οργή, αλλά πάντα με τα μάτια να στάζουν ποτάμια δακρύων, δίνει το 100% των δυνατοτήτων της πάνω στη σκηνή. Είμαι σίγουρη πως πολλοί από τους θεατές ,μέσα σε αυτούς και γώ, συγκλονιστήκαμε και ανατριχιάσαμε καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης και αυτό φάνηκε και στο χειροκρότημα.

Η μουσική σύνθεση του Δημήτρη Ίσσαρη είναι μια υπέροχη πινελιά ώστε να μας κρατάει στο “mood” ακόμα και τις στιγμές της σιωπής και έδενε αρμονικά με τους τους φωτισμούς του Νίκου Βούλγαρη που ήταν απολύτως μελετημένοι, τονίζοντας βασικά στοιχεία του μονολόγου. Αξιοσημείωτη είναι η ιδέα να φωτίζεται το παράθυρο με διάφορα χρώματα ανάλογα με την εκάστοτε σκηνή. Ωραία ιδέα είναι επίσης οι ηχογραφημένες φωνές των Γιάννη Αϊβάζη και Τάσου Νούσια που έχουν τον ρόλο των αόρατων δικαστών και συζητούν με την δολοφόνο.

Αξίζει λοιπόν να πάτε να παρακολουθήσετε αυτή την εξαιρετική, κατά την γνώμη μου παράσταση. Όμως υπάρχει μια μεγάλη προϋπόθεση. Όσοι επιλέξετε να παρευρεθείτε στην συγκεκριμένη παράσταση –και σε οποιαδήποτε παράσταση φυσικά- θα πρέπει να είστε σίγουροι πως για δύο ώρες θα είστε ήσυχοι και αφοσιωμένοι στην παράσταση. Ο παραμικρός θόρυβος που γίνεται να ξέρετε πως ακούγεται και γίνεται ενοχλητικός.

Οπότε be quiet and have fun!

 

                                                                                                                         ΧριστίναΜαραβελή

Leave a Reply